Τον Οκτώβριο του 2023, το Ισραήλ βρήκε μια αφορμή για να δώσει νέα πνοή σε μια παλιά ιστορία σφαγών και εκτοπίσεων. Οι βασικές διαφορές αυτή τη φορά είναι η κλίμακα και η διάρκεια.
Jonathan Cook | 11 Ιουνίου 2026 | Middle East Eye
Η αλήθεια που αναδύεται μέσα από πρόσφατες αποκαλύψεις της ισραηλινής εφημερίδας Haaretz είναι ότι όσα συμβαίνουν σήμερα στη Γάζα δεν αποτελούν μια «αντίδραση» στα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου 2023, αλλά τη συνέχεια μιας στρατηγικής που διαμορφώθηκε εδώ και δεκαετίες. Η καταστροφή της Γάζας δεν εμφανίστηκε ξαφνικά. Αποτελεί την κλιμάκωση μιας πολιτικής που περιλαμβάνει εκτοπισμούς, τρόμο, λιμοκτονία και καταστροφή των όρων ύπαρξης των Παλαιστινίων.
Αφορμή για τη νέα συζήτηση αποτέλεσε η δημοσίευση μαρτυριών Ισραηλινών στρατιωτών που υπηρέτησαν στη Γάζα αμέσως μετά τον πόλεμο του 1967. Οι μαρτυρίες, οι οποίες είχαν καταγραφεί ήδη τότε, περιλαμβάνουν συγκλονιστικές ομολογίες. Στρατιώτες παραδέχονται ότι εκτελούσαν αμάχους, πραγματοποιούσαν «εκκαθαρίσεις» σε προσφυγικούς καταυλισμούς και είχαν πάψει να βλέπουν τους Παλαιστινίους ως ανθρώπους. Όπως δήλωσε ένας από αυτούς: «Καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι έπρεπε να σκοτώνουμε». Ένας άλλος περιέγραψε τη Γάζα ως «στρατόπεδο συγκέντρωσης», ενώ ένας τρίτος ομολόγησε ότι η εκτέλεση αιχμαλώτων «εκ των υστέρων μοιάζει με φόνο».
Οι στρατιώτες αυτοί δεν έδρασαν αυθαίρετα. Κατέθεσαν ότι εκτελούσαν διαταγές των διοικητών τους. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες τους, αποστολή τους δεν ήταν η καταπολέμηση κάποιου στρατιωτικού αντιπάλου αλλά η τρομοκράτηση του άμαχου πληθυσμού, ώστε να εγκαταλείψει τη γη του.
Η Haaretz, βασισμένη σε έρευνα του Ινστιτούτου Akevot, αναφέρει ότι το 1967 περίπου 300.000 Παλαιστίνιοι εκδιώχθηκαν από τη Δυτική Όχθη, τη Γάζα και τα Υψίπεδα του Γκολάν. Η εκδίωξη συνοδεύτηκε από δολοφονίες αμάχων, καλλιέργεια τρόμου, λεηλασίες και καταστροφές, όπως ακριβώς είχε συμβεί και το 1948.
Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο και βουλευτή Ούρι Άβνερι, Ισραηλινοί στρατιώτες στα σύνορα με την Ιορδανία και την Αίγυπτο είχαν λάβει εντολή να πυροβολούν χωρίς προειδοποίηση οποιονδήποτε Παλαιστίνιο προσπαθούσε να επιστρέψει στο σπίτι του. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά δολοφονούνταν συστηματικά. Οι τραυματίες αποτελειώνονταν και τα πτώματα θάβονταν πρόχειρα μέχρι να φτάσουν μπουλντόζες.
Η ισραηλινή ηγεσία έβλεπε τον πόλεμο του 1967 ως μια δεύτερη ευκαιρία ολοκλήρωσης της εθνοκάθαρσης που είχε αρχίσει το 1947-48. Ο πρωθυπουργός Λέβι Εσκόλ δήλωνε τότε στο υπουργικό συμβούλιο ότι το Ισραήλ ενδιαφερόταν «να αδειάσει πρώτα τη Γάζα». Γνωρίζοντας τις διεθνείς αντιδράσεις, πρότεινε η διαδικασία να γίνει σταδιακά, μέσω «ασφυξίας και φυλάκισης». Μάλιστα εισηγήθηκε τη στέρηση νερού, ώστε οι κάτοικοι να μην έχουν άλλη επιλογή παρά να εγκαταλείψουν τον τόπο τους.
Τέσσερις δεκαετίες αργότερα, το Ισραήλ υπολόγιζε τον ελάχιστο αριθμό θερμίδων που θα επιτρεπόταν να εισέρχονται στη Γάζα. Ο σύμβουλος της ισραηλινής κυβέρνησης Ντοβ Βάισγκλας δήλωνε το 2006: «Η ιδέα είναι να βάλουμε τους Παλαιστινίους σε δίαιτα, αλλά όχι να τους αφήσουμε να πεθάνουν από την πείνα».
Μετά την 7η Οκτωβρίου 2023, η πολιτική αυτή μετατράπηκε σε πλήρη αποκλεισμό μέσω λιμοκτονίας, για τον οποίο ο Μπενιαμίν Νετανιάχου και ο πρώην υπουργός Άμυνας Γιοάβ Γκάλαντ καταζητούνται από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο.
Το άρθρο υποστηρίζει ότι οι πρακτικές αυτές δεν έχουν αλλάξει. Σύγχρονες έρευνες έχουν καταγράψει τη χρήση ομαδικών τάφων, τη δολοφονία ανθρώπων που αναζητούσαν ανθρωπιστική βοήθεια και την εκτέλεση δεκαπέντε Παλαιστινίων διασωστών το 2025.
Οι μαρτυρίες του 1967 αποκαλύπτουν επίσης τη διαδικασία απανθρωποποίησης των Παλαιστινίων. Ένας στρατιώτης θυμάται ότι όταν ρώτησε τον διοικητή του αν έπρεπε να πυροβολήσει ακόμη και βρέφη που άκουγε να κλαίνε, έλαβε την απάντηση: «Μην κάνεις σαν κορίτσι».
Το αποτέλεσμα αυτής της λογικής είναι ορατό σήμερα. Χιλιάδες παιδιά έχουν σκοτωθεί στη Γάζα, ενώ πέντε πρόωρα βρέφη εγκαταλείφθηκαν να πεθάνουν στις θερμοκοιτίδες του νοσοκομείου αλ-Νάσερ μετά την κατάληψή του από τον ισραηλινό στρατό. Η λιμοκτονία και η στέρηση βασικών αγαθών έπληξαν πρώτα τα βρέφη και τις μητέρες τους.
Σύμφωνα με τη Haaretz, οι εκτοπισμοί του 1967 δεν ήταν αυτοσχέδιοι. Είχαν σχεδιαστεί χρόνια πριν. Το Ισραήλ περίμενε την κατάλληλη συγκυρία για να καταλάβει τα τελευταία τμήματα της ιστορικής Παλαιστίνης και να ολοκληρώσει το εποικιστικό του σχέδιο.
Ο διοικητής Ισάι Αμράμι παραδέχθηκε αργότερα ότι όσα έζησε αποτελούσαν «μια προσπάθεια μαζικής μεταφοράς πληθυσμού». Ακόμη και ο Μοσέ Νταγιάν έγραφε ότι οι Παλαιστίνιοι της Δυτικής Όχθης δεν είχαν καμία σχέση με τον πόλεμο, αλλά αυτοί πλήρωσαν το τίμημα.
Το άρθρο υποστηρίζει ότι η σημερινή καταστροφή της Γάζας δεν θα ήταν δυνατή χωρίς τη στήριξη των ΗΠΑ και άλλων δυτικών κρατών. Σε αντίθεση με το 1967, όταν η διεθνής πίεση ανάγκασε το Ισραήλ να υποχωρήσει, σήμερα οι δυτικές κυβερνήσεις προσέφεραν χρόνο, διπλωματική κάλυψη, όπλα και πληροφορίες, επιτρέποντας την καταστροφή της Γάζας.
Παράλληλα, η Δύση αποσιωπά το ιστορικό πλαίσιο. Η κυρίαρχη αφήγηση παρουσιάζει την 7η Οκτωβρίου ως αφετηρία της σύγκρουσης, αποκρύπτοντας δεκαετίες εκτοπισμών, κατοχής και καταπίεσης.
Ο ίδιος ο Λέβι Εσκόλ είχε προβλέψει ήδη από το 1967 ότι ένας μελλοντικός πόλεμος θα μπορούσε να προσφέρει μια «απροσδόκητη πολυτελή λύση» για την επίλυση του «παλαιστινιακού προβλήματος». Σύμφωνα με τον Jonathan Cook, η 7η Οκτωβρίου αποτέλεσε ακριβώς αυτή την ευκαιρία.
Το άρθρο συνδέει επίσης τις σημερινές πρακτικές με τις ιδεολογικές ρίζες του σιωνιστικού κινήματος. Ο Ντέιβιντ Μπεν Γκουριόν έγραφε ήδη το 1937: «Πρέπει να εκδιώξουμε τους Άραβες και να πάρουμε τη θέση τους». Το 1948 σημείωνε ότι «γυναίκες και παιδιά πρέπει να πληγούν χωρίς έλεος», ενώ ο στρατηγός Μορντεχάι Μακλέφ παραδεχόταν το 1950 ότι «είναι αδύνατο να εκδιώξεις 114.000 ανθρώπους χωρίς τρομοκρατία».
Ακόμη και τα τμήματα των ισραηλινών αρχείων που έχουν ανοίξει τεκμηριώνουν σφαγές και συστηματικούς βιασμούς Παλαιστινίων το 1948. Ντοκιμαντέρ όπως το Tantura περιλαμβάνουν μαρτυρίες πρώην Ισραηλινών στρατιωτών που επιβεβαιώνουν αυτά τα εγκλήματα.
Το βασικό συμπέρασμα του Jonathan Cook είναι ότι η Γάζα δεν αποτελεί εξαίρεση ούτε μια ξαφνική εκτροπή. Αποτελεί τη συνέχεια μιας στρατηγικής που εφαρμόζεται επί οκτώ δεκαετίες. Και ότι η συνεχιζόμενη καταστροφή της δεν θα ήταν δυνατή χωρίς την πολιτική, στρατιωτική και επικοινωνιακή στήριξη της Δύσης.
Με άλλα λόγια, η σημερινή γενοκτονία δεν είναι ένα ιστορικό ατύχημα. Είναι η πιο ακραία και ίσως τελική φάση μιας μακράς διαδικασίας εκτοπισμού, εθνοκάθαρσης και αποικιοποίησης, η οποία – σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται – ξεκινά από το 1948 και φτάνει μέχρι τη σημερινή καταστροφή της Γάζας.
Πηγή: Jonathan Cook







