Μια επιγραφή «Zionists not welcome» σε bar της Λέσβου προκάλεσε την αντίδραση της Ισραηλινής επιχειρηματία Galit Ben Simhon — και μέσα σε ελάχιστο χρόνο μια τοπική πολιτική δήλωση αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη μετατράπηκε σε υπόθεση με απειλές δικαστικής δίωξης και δημοσιότητα στα ισραηλινά ΜΜΕ.
Σύμφωνα με τη δική της αφήγηση, η Ben Simhon απαίτησε να κατέβει η επιγραφή, αναζήτησε την ιδιοκτήτρια, της έθεσε τελεσίγραφο 24 ωρών, ανακοίνωσε ότι διαφορετικά θα κινηθεί νομικά και έφερε την υπόθεση στην ισραηλινή τηλεόραση. Παρουσίασε μάλιστα το περιστατικό μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο συμπεριφοράς απέναντι στους Ισραηλινούς και υποστήριξε ότι τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να αντιμετωπίζονται νομικά.
Η αντίδραση της, επομένως, ήταν μεθοδευμένη και πήρε από την ίδια σαφή πολιτική και δημόσια διάσταση.
Η Galit Ben Simhon έχει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον θεσμικό βιογραφικό. Είναι επιχειρηματίας, ιδρύτρια της Panthera και πρώην μέλος του ΔΣ της Netivei Israel – National Transport Infrastructure Company, της κρατικής εταιρείας μεταφορικών υποδομών του Ισραήλ. Συμμετείχε μάλιστα στην επιτροπή Business Development, Innovation and Strategy.
Κατά τη θητεία της, η Netivei Israel σχεδίαζε και υλοποιούσε μεγάλα οδικά έργα στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη, συμπεριλαμβανομένων παρακαμπτήριων δρόμων και άλλων υποδομών σε περιοχές όπου αναπτύσσονται παράνομοι ισραηλινοί εποικισμοί. Η Ben Simhon είχε, συνεπώς, θεσμική θέση ευθύνης στο ΔΣ μιας κρατικής ισραηλινής εταιρείας που δραστηριοποιούνταν και στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη.
Η ουσία της υπόθεσης της Λέσβου βρίσκεται στο ότι το «Zionists not welcome» είναι πολιτικό σύνθημα εναντίον του σιωνισμού, της πολιτικής και εθνικιστικής ιδεολογίας που βρίσκεται στον πυρήνα του ισραηλινού κρατικού οικοδομήματος και στο όνομα της οποίας έχει “νομιμοποιηθεί” η εποικιστική αποικιοκρατία με την εθνοκάθαρση και εκδίωξη των γηγενών Παλαιστινίων.
Η διάκριση όμως έχει θεμελιώδη σημασία: σιωνισμός, εβραϊκή ταυτότητα και ισραηλινή ιθαγένεια είναι διαφορετικές έννοιες. Υπάρχουν Εβραίοι και Ισραηλινοί αντισιωνιστές, όπως υπάρχουν και σιωνιστές που δεν είναι Εβραίοι ή Ισραηλινοί.
Δεν είναι επίσης χωρίς ιστορική σημασία ότι από το 1975 έως το 1991 ίσχυε το ψήφισμα 3379 της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, το οποίο χαρακτήριζε τον σιωνισμό «μορφή ρατσισμού και φυλετικής διάκρισης». Ανακλήθηκε το 1991, λόγω των δραματικά διαφορετικών διεθνών συσχετισμών που δημιουργήθηκαν με την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, έπειτα και από την ισχυρή αμερικανική και ισραηλινή διπλωματική πίεση για την ανάκλησή του.
Γυρνώντας όμως στην κυρία Ben Simhon, υπάρχει και ένα εξαιρετικά σημαντικό πραγματικό στοιχείο: σύμφωνα με την ίδια, είχε ήδη παραγγείλει και καταναλώσει το ποτό της και πήγε να πληρώσει όταν είδε την επιγραφή. Με βάση, δηλαδή, τη δική της περιγραφή, η Ισραηλινή πελάτισσα εξυπηρετήθηκε κανονικά.
Η υπόθεση αφορά επομένως πρωτίστως την προσπάθεια να μεταφερθεί μια σύγκρουση γύρω από ένα αντισιωνιστικό πολιτικό μήνυμα από το πεδίο της πολιτικής έκφρασης στο πεδίο της δικαστικής και ποινικής αντιπαράθεσης.
Και αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, γιατί η ισραηλινή επιχειρηματίας, εκτιμά ότι μπορεί να πιέσει, καθότι γνωρίζει ότι η ελληνική κυβέρνηση έχει οικοδομήσει στενή στρατηγική, στρατιωτική και πολιτική συνεργασία με την χώρα της, το Ισραήλ.
Η κοινωνία αλληλεγγύης οφείλει να σταθεί απέναντι σε κάθε απόπειρα πολιτικής ή δικαστικής φίμωσης.
Η κριτική στον σιωνισμό είναι πολιτική θέση.
Η αλληλεγγύη στον παλαιστινιακό λαό είναι πολιτική και ηθική επιλογή.
Και η δικαιοσύνη δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο για να εξαφανιστούν από τον δημόσιο χώρο οι φωνές που αντιστέκονται στην κατοχή, τον εποικισμό και τα εγκλήματα εναντίον των Παλαιστινίων.









